Κοσμάς Πολίτης: Λεμονοδάσος
ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ: Δεν συνέβη καμία μεταβολή στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού να αποδώσω αυτή τη διάθεση που αισθάνομαι απόψε να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες επάνω στο χαρτί. Δεν αισθάνομαι καμία κλίση στην φιλολογία, ούτε είμαι ερωτευμένος. Ο έρως; Κάποιος είπε πως είναι μία εφεύρεσις που ο καθένας τη νομίζει δική του. Εγώ δεν είμαι εφευρέτης. Είμαι αρχιτέκτων, ένα μυαλό θετικό.
Το αποδίδω μάλλον στην επήρεια του μέρους που βρίσκομαι. Αισθάνομαι να με κυριεύει το αρχαίο πνεύμα της σαφηνείας που αγαπά τις ευθείες γραμμές και δεν αφήνει τίποτε συγκεχημένον. Θέλω κι εγώ να πιάσω τις ιδέες μου, που πότε τις βρίσκω και πότε τις χάνω, να τις συμμαζέψω, να τις τακτοποιήσω, να τις διαβάσω σαφείς και καθαρές. Πιθανόν όταν τις διαβάσω να μην τις αναγνωρίσω. Πάντως όμως, έστω και αν δεν τις αναγνωρίσω, είναι δικές μου. Κάποτε, οι άλλοι αναγνωρίζουν ευκολότερα από εμάς τους ίδιους ότι είναι δικό μας.
Την περασμένη εβδομάδα στο γραφείο, βρήκα μέσα σ’ ένα συρτάρι μια μικροσκοπική βεντάγια κοκάλινη με μια μεταξωτή γαλάζια κορδελίτσα. Ρώτησα τίνος είναι. — Δεν θυμάστε πού τη φέρατε μαζί σας από το Παρίσι και την είχατε πάντα επάνω σας τις πρώτες ημέρες; Μου απήντησε ο υπάλληλος.
Πράγματι· δεν θυμούμαι, αλλ’ αφού το λέγει έτσι θα είναι.
Να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες. Δεν πρόκειται μόνον για τις σκέψεις μου. Θα γράφω κάθε μέρα, ή όποτε αξίζει τον κόπο, ό,τι ενδιαφέρον βλέπω. Είναι ίσως από τεμπελιά. Οι συγγραφείς είναι ράτσα τεμπέληδων.
Είναι μάλλον μία διάθεσις περιπλανήσεως, περιπλανήσεως του πνεύματος. Είμαι βέβαιος ότι αυτή την στιγμή ένα πρόσωπο περπατεί έξω κάτω από το μαγικόν σεληνόφως μέσα σ’ ένα από τα θαυμασιότερα τοπία. Εγώ όμως δεν βγαίνω να το συναντήσω και κάθομαι εδώ κλεισμένος και γράφω. Θα γράφω κάθε μέρα ό,τι ενδιαφέρον βλέπω. Δεν ξεύρω αν εξακολουθήσω. Πάντως αρχίζω από την σημερινήν ημέρα αν και δεν μου συνέβη τίποτε το ιδιαίτερο. Γράφω μάλιστα και την ημερομηνία 22 Μαρτίου 1924.
Ένας βραχνιασμένος κόκορας ξελαρυγγιάστηκε μέσα στο γλυκοχάραγμα και μ’ έκανε να μισανοίξω τα μάτια. Γύρισα ανάσκελα. Από τις χαραμάδες του παραθύρου μπαίνει το φως θαμπό και γαλακτώδες και μαζί του εισόρμησε η φαντασία με την τρελή και μυριόμορφη συνοδεία της.
Έδιωξε το όνειρο και μου ξανάκλεισε τα μάτια.
Γύρω μου πλανάται ένας κόσμος από μορφές ακαθόριστες και συγκεχυμένες, που πλέουν αερώδεις μέσα σε πελάγη ηδονής. Σιγά σιγά η φαντασία δυναμώνει με την θαλπωρή του κρεβατιού και την ζεστασιά της θερμάστρας που είχε μείνει χλιαρή από χθες βράδυ. Εκκολάπτει τα αποκυήματά της. Ένας τόπος άγνωστος και ονειρώδης που είναι λιβάδι και δωμάτιο μαζί, με βαριά βελούδινα παραπετάσματα και για στρώμα την απαλότατη χλόη. Γεμίζει τον αέρα μια βαριά μυρωδιά σαν λιβάνι και ο μεγάλος καθρέπτης αντανακλά το ελαφρό σύννεφο του γαλάζιου καπνού.
Οι μορφές παίρνουν σχήματα γνωστά και οι επιθυμίες γίνονται απτές και ανυπόφορες. Πρόβαλε ένα σώμα αλαβάστρινο με ρόδινες αποχρώσεις και με σκιές βαθιές και ηδονικές. Τα μέλη του κινήθηκαν αργά. Ένα γόνατο υψώνεται κι αισθάνομ’ ένα χέρι να μου χαϊδεύει το στήθος. Λίζα ή Γκάμπυ; Το ένα σώμα γίνεται δύο. Επάνω στον αλάβαστρο του στήθους τέσσερες βαθιές ρόδινες κηλίδες μ’ ένα στεφάνι ανοιχτότερο τριγύρω. Μια μυρωδιά σαν ξινισμένο γάλα και γιασεμί. Απλώνω τα χέρια. Και η Λίζα και η Γκάμπυ. Θα φθάναμε οι τρεις μας στο ξενοδοχείο χθες αργά. Ένα καλό φαγοπότι μέσα στην έρημη από πελάτες αίθουσα και κατόπιν θα πηγαίναμε υποκριτικά και με πνιγμένα γέλια να κοιμηθούμε δήθεν ο καθένας χωριστά στο δωμάτιό του. Σε λίγο, όταν θα έπαυε κάθε ψίθυρος στο διάδρομο έξω, θ’ άνοιγε χωρίς θόρυβο η διάμεση θύρα και μέσα στο φαρδύ κρεβάτι, με την θερμάστρα πυρωμένη σαν φούρνο…
Μια δροσερά πνοή μου χαϊδεύει το πρόσωπο ανακουφιστικά. Ξανανοίγω τα μάτια. Το παραπέτασμα του παραθύρου ανεμίζει ελαφρά. Από το ανοικτό τζάμι το πρωινό αεράκι χώνεται σ’ όλες τις γωνιές και καθαρίζει την ατμόσφαιρα. Το φως μπαίνει ζωηρότερο. Ένας άλλος κόκορας απήντησε με καθυστέρηση στον πρώτο, μ’ ένα σάλπισμα διαυγές που ανεβαίνει ως το διαπασόν. Κάπου εκεί κοντά άρχισ’ ένα ογγάνισμα ηχηρό και ατελείωτο. Τι παράπονο τον έπιασε πρωί πρωί; Επί τέλους καταρρέει σε σπαραξικάρδιο αναφιλητό. Ποιος ξέρει από τι όνειρο γλυκό αποσπάσθηκε, ένα όνειρο γεμάτο γαϊδουράγκαθα. Και πόσα άλλα ζώα δίποδα και άπτερα αφήνουν αυτή την στιγμή τα όνειρά τους και μπαίνουν στην σκληρή πραγματικότητα! Αλλά και πόσοι αφήνουν με χαρά τον πνιγηρό εφιάλτη και βλέπουν να ροδίζει ελπιδοφόρα η αυγή! Δεν βαριέσαι, ο εφιάλτης της νύχτας είναι παροδικός, ενώ ο εφιάλτης της ζωής... Θεέ μου, δεν σκέπτομαι αυτό για μένα. Πηδώ από τον μισοθάνατο του ύπνου στην ζωή γεμάτος ευγνωμοσύνη και ηρεμία.
Έξω στον δρόμο οι βοϊδάμαξες στενάζουν βαριές και οι χίλιες αγροτικές φωνές τονίζουν τον ύμνο της εργασίας και της καθημερινής ευλογίας. Τεντώνομαι σε βαθμό που τρίζουν όλες μου οι αρθρώσεις. Τι αναπαυτικό κρεβάτι και τι ευχαρίστησις να μην το μοιράζομαι! Κι εγώ ήλθα να εργασθώ εδώ επάνω. Έπρεπε να είχα συγκεντρώσει τη σκέψη μου στον σκοπό μου και όχι να την αφήσω έρμαιον του πειρασμού. Φταίει το πουπουλένιο μαξιλάρι και η θερμάστρα που έμεινε αναμμένη. Ασφαλώς θα ήταν πουπουλένιο l’ oreiller du mal.
Sur l’oreiller du mal c’est Satan Trismégiste
Qui berce longuement notre esprit enchante…
Δίνω μια γροθιά στο προσκέφαλο, στο προσκέφαλο του πονηρού, και πετιέμαι έξω από το κρεβάτι. Ανοίγω τα παραθυρόφυλλα και το πρωινό φως πλημμυρίζει το δωμάτιο. Τι απογοήτευσις! Περίμενα να βυθίσω το μάτι μου διψασμένο μέσα στο θείον και προορισμένον τοπίον και δεν βλέπω εμπρός μου παρά χωριατόσπιτα και την καμινάδα ενός εργοστασίου. Αλλά πάνω από τα κεραμίδια η βαθυκύανη πινελιά των βουνών υπογραμμίζει τον ανοικτογάλαζο ουρανό και με γεμίζει ελπίδα και τρόμο. Κάτω εκεί είναι οι λαγκαδιές που αλαλάζουν την οργή του Διός.
Σε λίγο αυτά όλα θα είναι δικά μου και η σκέψις μου θα ξεπεράσει κατά πολύ την όρασή μου. Από κάθε μάρμαρο θα πλάσω μια φανταστική ιστορία, που θα είναι η αληθινότερη ιστορία που υπήρξε ποτέ...
Μπρρρ.... πρέπει να κλείσω το τζάμι. Σ’ αυτό το ύψος το κρύο είναι τσουχτερό ακόμη και τον Μάρτη. Οι κορυφές του Παρνασσού, πίσω εκεί, είναι σκεπασμένες με παχύ χιόνι. Γρήγορα μερικά ξύλα στη θερμάστρα...
Τώρα η φλόγα σιγοτραγουδεί ενώ γύρω μου πέφτει το νερό και κελαρύζει σαν μικρός καταρράκτης. Πού λουτρό! Ο ξενοδόχος μου είπε πως μπορώ να πάρω την ψυχρολουσία μου μέσα στο δωμάτιο φθάνει να μην τρέξουν τα νερά στο κάτω πάτωμα. Σε λίγο θ’ ακούσω και το προαιώνιο και αθάνατο κελάρυσμα της Κασταλίας καθώς θα ξεπροβάλει δειλή και λεπτή, γεμάτη ταπεινότητα από τον άγριο και αιματοβαμμένο βράχο. Έχω μια μακρινή και φευγαλέα εντύπωση, οκτώ χρόνια πριν, μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, πριν φύγω να σπουδάσω. Συγκεντρώνω τη σκέψη μου και προσπαθώ να θυμηθώ. Δεν βλέπω άλλο παρά ένα λευκό και επικλινές νεκροταφείο ανάμεσα στα σκούρα και απότομα βουνά και τις βαθιές χαράδρες.
Οκτώ χρόνια! Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έγινα άνδρας και καταστάλαξαν οι ιδέες μου. Κατεστάλαξαν τελειωτικά. Τελειωτικά; Ώστε θα μείνω για πάντα κλεισμένος μέσα στον αδιάσπαστο κύκλο των; Ως πότε; Ως το τέλος. Ως το τέλος του επιγείου ταξιδιού...
Τι ρίγος. Το νερό είναι αλήθεια παγωμένο. Τρίβομαι δυνατά με το τρίχινο γάντι για να συνέλθω. Μια ανάμνησις από τα παιδικά μου χρόνια διασχίζει το μυαλό μου.
Οι καπνοί του λιβανωτού μέσα στις χαμηλές και απόκεντρες εκκλησούλες που με οδηγούσε τακτικά η μητέρα. Μυστικισμός; Όχι. Μάλλον η εντύπωσις ενός μυστηρίου που πλανάται πάνω από την ζωή, ενός μυστηρίου που αντί να το εξηγούν το κάνουν βαθύτερο τα ιερά και καβαλιστικά λόγια της θρησκείας.
Τα τελευταία χρόνια του γυμνασίου· το κεφάλι γεμάτο θέματα Ελληνικά και Λατινικά που τα διαπερνούσαν τα βέλη των αλγεβρικών εξισώσεων, μια εικών φουτουριστική με κύκλους και τρίγωνα.
Η ξερή δασκαλική ανάπτυξις που δείχνει τον αρχαίο κόσμο σαν ένα θαύμα ακατάληπτο που υπήρξε και χάθηκε ανεπιστρεπτί, αφήνοντας ως μόνα ίχνη μερικά κρύα λαξευμένα μάρμαρα και μερικούς στίχους και πεζά επίσης κρύα και λαξευμένα. Και μαζί με όλ’ αυτά οι ρεμβασμοί και οι ανησυχίες του εφήβου.
Επιτέλους ήλθε η στιγμή που με παρέλαβε ο πατέρας από το χέρι. Έμεινε μαζί μου τον πρώτο χρόνο στο Παρίσι και υπό την μετρημένη καθοδήγησή του άφησα πίσω τον μεσαίωνα της παιδικής μου ζωής και άνοιξα τα μάτια στην ημιβάρβαρη αναγέννηση της δύσεως.
Εκτυφλωτικές αναλαμπές ξεσχίζουν ένα κατηφή και γκρίζο ουρανό.
Δεν άργησα ν’ αντιληφθώ την έλλειψη του μέτρου και της ηρεμίας. Έλειπε η διαρκής και ηπία λάμψις του φωτεινού πνεύματος.
Προ δύο ετών, όταν επέστρεψα στην Αθήνα, έλαβα το βάπτισμα στην αισθητική Κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ένα βραδινό, ερχόμενος από την αγορά, ανέβηκα στον λόφο του Αστεροσκοπείου και από εκεί στην Πνύκα. Είδα το αθάνατον Πνεύμα να κατεβαίνει από τον διαφανή αιθέρα, να γίνεται χρώμα και φως επάνω στις λεπτές γραμμές των βουνών και να κατασταλάζει ολόχρυσο επάνω στον Ιερό βράχο. Η Ακρόπολις έλαμπε σαν φωτεινό μετέωρο ανάμεσα στον μενεξεδένιο Υμηττό και την βαθυγάλαζη Πεντέλη. Ο Παρθενών δεν είναι μόνον μάρμαρο. Είναι η διαυγής ατμόσφαιρα, ο γαλάζιος ουρανός, η θάλασσα της Αιγίνης, τα αιθέρια και γυμνά βουνά, η αρμονία της ύλης και του πνεύματος. Η χαρά της ζωής...
— Κύριε, σας έφερα το πρωινό σας.
Η υπηρέτρια με τις πατημένες παντόφλες μπαίνει με τον δίσκο φορτωμένο. Ευτυχώς αρκετά φορτωμένο.
— Τι ώρα είναι;
— Κύριε, είναι οκτώ.
Διάβολε, κοιμήθηκα περισσότερο από δέκα ώρες.
Βέβαια, ύστερα από την εξαντλητική ζωή της Αθήνας! Ήταν όμως και η κούραση του ταξιδιού.
Ενώ περιφέρεται μέσα στο δωμάτιο και συγυρίζει, μου δίνει μια είδηση που έχει εξαιρετική σημασία για την ίδια.
—Κύριε, χθες αργά μας ήρθε κόσμος από την Αθήνα. Μια παρέα Κυρίες και Κύριοι σε δυο αυτοκίνητα.
Πράγματι σαν να μου φάνηκε πως είχ’ ακούσει θόρυβο καθώς μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Μια εύθυμη συντροφιά είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Να δώσει μόνον ο Θεός να μην είναι αρχαιολόγοι και μου χαλάσουν τη διάθεση με την ξηρά τους επιστήμη, και τις προ Χριστού χρονολογίες που καρκινοβατούν.
Αν είναι δυνατόν! Μένουν ώρες σκυμμένοι με τον φακό επάνω σ’ ένα νόμισμα ακαλαίσθητο, συζητώντας για την πιθανή εποχή του, ενώ ούτε καταδέχονται να κοιτάξουν μια κομψή κι ερωτότροπη Ταναγραία επειδή έτυχε ν’ αφθονούν οι όμοιές της. Η αρχαιολογία, όπως κατήντησε, δεν είναι επιστήμη που δημιουργεί και προσπαθεί να εμφυσήσει το πνεύμα στα άψυχα ευρήματα που έπαλλαν άλλοτε από εντατική ζωή. Είναι μια επιστήμη που ανατέμνει με περιέργεια το πτώμα. Έπρεπε οι ποιηταί να είναι αρχαιολόγοι.
—Δεν μου λες, τι ιδέα έχεις σχηματίσει για την αρχαιότητα; ρώτησα ξαφνικά την υπηρέτρια.
—Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε...
—Πώς φαντάζεσαι τους αρχαίους;
Στάθηκε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στα μαλλιά της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι.
—Εγώ δεν ξέρω γράμματα, είπε τέλος. Φαντάζομαι όμως πως ζούσαν σαν κι εμάς, μόνον που γύριζαν γυμνοί.
Ανέπνευσα με ανακούφιση. Ζούσαν, αυτό ήθελα ν’ ακούσω. Ζούσαν και το πνεύμα τους ζει ακόμη και φτερουγίζει ασύλληπτο επάνω από τ’ ακρωτηριασμένα μάρμαρα που εξετάζουν ανύποπτοι οι αρχαιολόγοι.
Βήματα αντήχησαν στον διάδρομο, άλλα βαριά και άλλα με τον ιδιαίτερο ξηρό κρότο που κάνουν τα γυναικεία τακουνάκια.
Θα είναι οι κυρίες της παρέας. Μήπως καμιά professional beuty, μια καλλονή εξ επαγγέλματος, ανησυχητική και αινιγματώδης σαν Σφίγγα που προσφέρει το σώμα της ενώ κρατεί ζηλότυπα το άλυτο αίνιγμα της καρδιάς και της σκέψεώς της; Α professional beuty μου είχε πει ο Μπάριλ σταματώντας απότομα μπροστά σε μια βιτρίνα στο Μουσείο του Λούβρου. Μου έδειξε εν’ αγαλματάκι που παρίστανε μια γυναίκα ξαπλωμένη με χάρη και κρατούσ’ ένα μικρό στρογγυλό καθρέπτη. Τι τύπος που ήταν! Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς την συντροφιά μιας καλλονής. Για ν’ αναγκάζεται, καθώς έλεγε, να παίρνει καθημερινώς το λουτρό του και να εξασκείται να είναι περιποιητικός κι ευχάριστος.
— Τι είναι αυτές οι φωνές;
Τρέχω κι ανοίγω την πόρτα μισοξυρισμένος με το πρόσωπο γεμάτο σαπουνάδες.
— Η Βίργκω, η Βίργκω. Ζήτω! Ούρα!
Δεν πρόφθασα να δω παρά μία νέα γυναικεία σιλουέττα που είχε προσπεράσει και απεμακρύνετο προς το σαλόνι, με βήμα σταθερό επάνω στις υψηλές γάμπες της. Οι φωνές εξακολουθούσαν.
Μια χαρούμενη σιλουέττα. Τριγυρίζω μέσα στο δωμάτιό μου και σιγοτραγουδώ. Ευτυχώς έχω λύσει αυτό το ζήτημα κατά τον καλύτερο τρόπο. Έχω τις φίλες μου στην Αθήνα, την Γκάμπυ και την Λίζα και τόσα άλλα διασκεδαστικά κορίτσια του καμπαρέ. Ένας άνθρωπος υγιής και πρακτικός. Την σάρκα ήσυχη χωρίς κανέναν ιδιαίτερο δεσμό. Δεν διατείνομαι βέβαια ότι οι διάφορες φίλες μου με αγαπούν τρελά, είναι όμως φανερό ότι με συμπαθούν και βρίσκουν ευχαρίστηση μαζί μου. Φυσικά ξοδεύω γι’ αυτές σε δώρα αλλά δεν άνοιξα ποτέ το πορτοφόλι να τους δώσω μετρητά. Αυτό έχει κάποια διαφορά και σώζει το φιλότιμο.
Τι κάθομαι τώρα και χάνω τον καιρό μου. Έχω δουλειά στους Δελφούς. Πρέπει να μελετήσω τις αναλογίες και να μετρήσω ακριβώς τας διαστάσεις του Θησαυρού των Αθηναίων για το αρχαϊκό μνημείο που σχεδιάζει ο πατέρας. Μήπως ξέχασα κανένα εργαλείο;
Βγαίνοντας, αποφασίζω να ρίξω μια ματιά στο σαλόνι. Μπαίνω με ύφος αδιάφορο. Μια συντροφιά από εξ επτά πρόσωπα προγευμάτιζαν με γέλια και αστεία. Κρίμα που είχα προγευματίσει στο δωμάτιό μου.
— Παύλο εσύ εδώ!
Ο Στέφανος σηκώνεται από το τραπέζι και έρχεται να μου σφίξει το χέρι.
— Φοβούμαι μήπως κάνω καμιά γκάφα, μου λέγει σιγά. Πε μου, είσαι με κανένα θηλυκό;
Αυτός ο χαρακτηρισμός με πείραξε στ’ αυτιά. Του εξήγησα για ποιο λόγο βρίσκομαι στους Δελφούς. Με πήρε από το μπράτσο να με συστήσει.
— Ο φίλος μου Παύλος Αποστόλου. Αλλά νομίζω πως γνωρίζεσαι με όλους εκτός ίσως από την κυρία Κοτσωνίτη.
Την κυρία Κοτσωνίτη; Ποιος δεν γνωρίζει την Λήδα!
— Συναντώ κάποτε τον κύριο Αποστόλου στην λέσχη μας, στο «Στούντιο». Ο άνδρας μου, προσέθεσε και έδειξε απέναντί της έναν χονδρό και μελαγχολικό Κύριο. Ασφαλώς δεν θα γνωρίζετε και την Δεσποινίδα Βιργινία Δροσινού.
— Βιργινία; μου ξέφυγε ειρωνικά χωρίς να το θέλω. Για το Θεό, είναι όνομα αυτό ή σύμβολο; Πώς υπάρχουν τέτοιοι νουνοί!
— Με φωνάζουν Βίργκω, έσπευσε ν’ αντείπει εκείνη με πείσμα και το αίμα ανέβηκε στο πρόσωπό της.
Τι αστεία που ήταν έτσι θυμωμένη και κατακόκκινη, με βλοσυρά πράσινα μάτια. Αλήθεια, είχε πράσινα μάτια και κόκκινα χείλη. Κόκκινα φυσικά.
Η τρίτη Κυρία της συντροφιάς ήταν η Καίτη. Κι αυτή δεν είναι για μένα.
Κάθισα δίπλα στην Κυρία Κοτσωνίτη.
— Είναι καιρός που δεν σας είδα στο Στούντιο, μου είπε.
— Έχω πολύ εργασία τώρα τελευταία.
— Και ήλθατε βέβαια στους Δελφούς ν’ αναπαυθείτε. Κι εμείς το ίδιο Week end. Τι μοναδικό θέαμα ο Παρνασσός καθώς ανεβαίνει το αυτοκίνητο τις κορδέλες! Δεν είν’ έτσι Καίτη; και της έσφιξε το χέρι.
Τα μάτια της έλαμπαν ζωηρά και σήμερα ήταν φλύαρη. Τα λόγια έβγαιναν βιαστικά ενώ άλλοτε θυμούμαι τα άφηνε να πέφτουν σιγανά, σαν μετανοημένη που μιλούσε. Άκουσα υπομονητικά τη φλυαρία της.
Οδηγούσε η Καίτη με τόση μαεστρία! Αυτή καθόταν δίπλα της εμπρός και ζαλιζόταν τόσο στις απότομες στροφές που την αγκάλιαζε σφιχτά με κίνδυνο να γίνει δυστύχημα. Άλλωστε ήταν οι δύο μόνες τους στο ένα αυτοκίνητο και αν συνέβαινε κανένα δυστύχημα αυτό αφορούσε αυτές και μόνον. Έπειτα τι είναι η ζωή; un peu d’ amour, un peu d’ espoir, et puis bonsoir, όπως είπε κάποιος. Τι θα την κάνει την ζωή εφόσον δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το όνειρό της και να φθάσει το τέλειον;...
Ενώ μιλά παρακολουθώ τον μελαγχολικό Κύριο Κοτσωνίτη που στριφογυρίζει στενοχωρημένος επάνω στο κάθισμά του. Στο τέλος σηκώθηκε και βγήκε από το σαλόνι.
Η Δεσποινίς Βιργινία ήταν βυθισμένη στην ανάγνωση του Beadeker. Ήθελε φαίνεται να κάνει την σπουδαία και την ακατάδεκτη. Η Καίτη με τον λαιμό σφιγμένο στο ανδρικό κολάρο και το τσιγάρο στο στόμα συζητεί με τους άλλους γι’ αυτοκίνητα.
Διέκοψε την συζήτηση και με ρωτά.
— Πόση ώρα βάλατε με την Τορπέντο σας;
— Ήλθα με το πλοίο μέσον Ιτέας.
— Τι ιδέα! Κι έπειτα ο δρόμος από την Ιτέα είναι σε κακά χάλια. Φαντάζομαι τι θα υποφέρατε.
— Δεν πήρα αυτοκίνητο. Ήλθα πεζός.
— Το είχατε τάξιμο; με ρώτησε ειρωνικά.
Έχω όρεξη να της απαντήσω στον ίδιο τόνο. Εκοίταξα εναλλάξ την Λήδα και την Καίτη έτοιμος να τις ρωτήσω αν εκείνες έταξαν να παν στη Λέσβο. Εκείνη την στιγμή η Δεσποινίς Βιργινία καταδέχτηκε να σηκώσει τα μάτια της από τον Beadeker. Δεν μ’ ενδιαφέρει βέβαια καθόλου η παρουσία της, μπορούσα να έλεγα ό,τι ήθελα, σκέφθηκα όμως ότι είναι προτιμότερο να τους δώσω ένα μάθημα, να καταλάβουν ότι δεν επιτρέπεται να παίζει κανείς με τα ιερά που ελάτρευσαν τόσοι αιώνες.
Ναι, είπα, ήταν κάτι σαν τάξιμο. Ήλθα να μάθω στους Δελφούς ένα μυστικό, το μυστικό του ρυθμού και του μέτρου της αρχαίας Ελληνικής ζωής. Ενόμισα καθήκον ν’ ακολουθήσω τον δρόμο των παλαιών προσκυνητών. Να πατήσω επάνω στα ίχνη που άφησαν τόσες λαμπρές θεωρίες κι επίσημες πομπές όταν έφερναν τα δώρα στον Απόλλωνα. Τους είπα ότι στάθηκα στο βαλανείον και στον τόπο του καθαρμού πριν τολμήσω να περάσω τον ιερόν Περίβολον…
Φυσικά τα είχα σκεφθεί χθες όλ’ αυτά, άλλα καθώς ήμουν πεθαμένος από την κούραση προτίμησα να έλθω κατευθείαν στο ξενοδοχείο και ν’ αναπαυθώ. Τώρα όμως με είχε παρασύρει πια η φαντασία κι εξηκολούθησα να τους μιλώ για τας Φαιδριάδας, την Πυθία, για τας Ερινύας που εμόλυναν την Κασταλία πηγή...
Ο ήχος της φωνής μου μέσα στην γενική σιωπή μ’ έκανε να σταματήσω και να σκεφθώ ότι ο ενθουσιασμός μου ήταν κάπως αταίριαστος με το περιβάλλον που βρισκόμουν. Έπειτα σκέφθηκα τους πρωινούς μου οραματισμούς και ότι το μάθημα που ήθελα να δώσω ταίριαζε και σε μένα. Σέρνει κανείς πάντα μαζί του, ακόμη και στο ιερότερο μέρος, τα ταπεινά του πάθη και τις αδυναμίες του.
Η ωραία Λήδα μ’ εκοίταξε λοξά, ναι ασφαλώς μ’ εκοίταζε κάτω από τα βαριά μισοκλεισμένα βλέφαρά της. Στα πρόσωπα των άλλων ήταν ζωγραφισμένη η αδιαφορία.
—Τι φαντασία, και τι σοφός που είσθε!
Στράφηκα προς την θερμή φωνή και αντίκρισα τα βαθυσκίαστα πράσινα μάτια προσηλωμένα επάνω μου σοβαρά κι εκπεπληγμένα.
Πώς, τολμά να με κοροϊδεύει αυτό το κοριτσόπουλο με το Baedeker στο χέρι; Της έδειξα με το βλέμμα το βιβλίο που κρατούσε ακόμη ανοιχτό.
—Μάθατε απ’ έξω το μάθημά σας;
Έκλεισε τον οδηγό και σηκώθηκε.
— Προσπαθώ να μάθω κι εγώ και να γίνω σοφή σαν και σας.
Έγινα έξω φρενών, περισσότερο με τον εαυτό μου που άφησα να παρασυρθώ.
—Και όμως, της λέγω, στους σοφούς δεν κάνουν τέτοια υποδοχή όπως αυτή που σας έκαναν σήμερα το πρωί. Οι φωνές και τα ζήτω έφθασαν ως το δωμάτιό μου.
Τα μάτια της γέμισαν χρυσές λάμψεις. Άπλωσε για μια στιγμή τα χέρια προς την μεγάλη θερμάστρα κι έπειτα έστρεψε τα νώτα και βγήκε αλύγιστη. Ξαναείδα την σιλουέττα του διαδρόμου.
—Τι φρικτά πρωτόγονη που είναι η εξαδέλφη σου, Καίτη, παρετήρησε η Λήδα. Είσθε προ δύο ετών στις Δελφικές εορτές; μ’ ερώτησε κατόπιν. Ομολογώ πως με αφήκαν ψυχρή. Έλειπε το πνεύμα της Πυθίας. Αυτή η ακατάληπτη παρθένος που σφαδάζει μέσα στους μαντικούς ατμούς την στιγμή της εξαντλητικής επικοινωνίας με τον θεόν. Φαντάζομαι πως η Άρτεμις, η παρθένος αδελφή του θεού, παίρνοντας κάποια γήινη μορφή θα την παρηγορούσε κάθε βράδυ μέσα στο παρθενικό της κρεβάτι.
Τώρα εξηγώ την έκφραση του μίσους που έχει το βλέμμα της όταν μιλά για την Βίργκω. Και η Λήδα είναι μια ιέρεια, άλλα ούτε της Σαπφούς αποκλειστικώς ούτε της Αφροδίτης. Είναι ιέρεια μιας περιπλόκου και μοιραίας θεότητος που την καίει η φλόγα της αχαλίνωτης ακορεστείας. Η ηρεμία των αμυήτων την πειράζει στα νεύρα.
Οι δύο Κυρίες σηκώθηκαν να παν στο δωμάτιο τους και είπαν ότι σε λίγο θα επιστρέψουν να μας πάρουν στα αρχαία. Η Λήδα με ρώτησε αν θα τους συνόδευα κι εγώ. Ω όχι, εγώ έχω εργασία. Έχασα όλο το πρωί. Είναι καιρός.
—Ξέρεις τι ήταν τα ζήτω; μου είπε ο Στέφανος μόλις έφυγαν. Αυτά τα γουρούνια ο Ριρής και ο Σώσος, και έδειξε τους άλλους δύο νέους, σήμερα το πρωί, καθώς η Βίργκω έσκυβε να πιάσει κάτι από χάμω, είδαν το στήθος της μέσα από την μπλούζα που έχασκε. Λένε πως είναι το όγδοον θαύμα. Γι’ αυτό της γίνηκε αυτή η υποδοχή.
Τι μ’ ενδιαφέρουν αυτές οι ανοησίες; Πλησιάζω το παράθυρο και χάσκω αφηρημένος.
—Τίνος Δροσινού είναι; ρωτώ.
—Του αξιωματικού του ναυτικού που σκοτώθηκε πριν από καμπόσα χρόνια.
……………………………………………….
Κατόρθωσα να τους αποφύγω όλο το επίλοιπο διάστημα της ημέρας.
Τη νύκτα με ξύπνησε μια ελαφρά δόνησις. Δεν ταράχθηκα. Είναι η γη που κοιμάται ανήσυχα. Τα σπλάγχνα της σκιρτούν εκεί στους Δελφούς κάτω από τον ομφαλό της, στην ανάμνηση των μυριάδων όντων που εγέννησε. Η γη κοιμάται ανήσυχα και παραληρεί.
Πατέρα Χάος, τι σκληρή τύχη βρήκε το παιδί σου! Στην νεότητά μου φεγγοβολούσα κι έτρεχα στο δρόμο του απείρου χαρωπή χωρίς να ’χω ανάγκη τον Ήλιο να με θερμάνει και να με φωτίσει. Ήμουν το στολίδι της δημιουργίας και με διάλεξε ο γαλανός Ουρανός ανάμεσα στα τόσ’ αστέρια και μ’ έκανε δική του. Η δημιουργία σκίρτησε στους γάμους μας και ανέμενε τη νέα γενεά που θα ξεφύτρωνε δυνατή και ωραία.
Πατέρα Χάος, πώς επέτρεψες αυτόν το σπαραγμό; Τα νεαρά βλαστάρια μεγάλωσαν σε δύναμη και νου και γίνηκαν οι Γίγαντες και οι Τιτάνες. Η φωτιά των σπλάγχνων μου τους έκαιε τα στήθη και τους παρορμούσε να υψωθούν να φθάσουν τον γαλανό πατέρα τους. Αυτό ήταν η μόνη αμαρτία. Η φιλοστοργία των παιδιών που νοσταλγούσαν ν’ ακουμπήσουν επάνω στους δύο γεννήτορας, τα πόδια στην μητέρα Γη και το κεφάλι στον Ουράνιο Πατέρα. Κάθε πλάσμα έχει το δικαίωμα αυτό, και μόνον τα πρωτογέννητα παιδιά μου χάθηκαν με σκληρό χαμό.
Πατέρα Χάος, πώς άφησες τους ζηλόφθονους Θεούς να κατακεραυνώσουν τα εγγόνια σου; Τα κατηγόρησαν ότι φιλοδοξούσαν να σφετερισθούν τη δύναμη των Ολυμπίων και τους πίστεψες. Ήθελαν μόνον να ζήσουν και να χαρούν τα αγαθά της δημιουργίας. Έμεινες ανάλγητος στις ικεσίες του παιδιού σου. Πώς βάσταξες στο θέαμα του σκοτωμού; Άλλα κείτονται καμέν’ από τον κεραυνό του αμειλίκτου Διός και άλλα τρυπημέν’ από τη λόγχη της άκαρδης κόρης του, της κόρης που δεν γεννήθηκε από μητέρα. Και το αγαπημένο μου παιδί, τον Προμηθέα, τον κάρφωσαν στη κορυφή του υψηλού βουνού να τρέφει τους γύπας και τους αετούς με το συκώτι του. Έγινε αυτός θυσία για να σωθεί η ανθρωπότης. Έτσι εξολοθρέφτηκε η πρώτη μεγάλη γεννεά. Η κατόπιν έζησε μια ταπεινή ζωή αλλά ευτυχισμένη.
Όμως η μοχθηρία των Θεών δεν έχει όρια. Έστειλαν την πονηρή και γλυκομίλητη Πανδώρα και σκόρπισε αρρώστιες και διχόνοια. Δες τα παιδιά μου πώς αλληλοσπαράζονται πάνω στο πλατύ μου στήθος, καταρυτιδωμένο από τις μυριάδες των αιώνων, επάνω στο στήθος της μητέρας τους που τα πονεί και τα τρέφει. Τα σπλάγχνα μου δεν στείρεψαν ακόμη και καθημερινώς γεννοβολώ πλάσματα ειδεχθή γεμάτα φθόνο και ανησυχία.
Πατέρα, άκουσε τις κραυγές των και κοίταξε τα χέρια των που τείνουν με απληστία βλαστημώντας Ουρανό και Γη που τα γέννησαν. Ψάχνουν την ευτυχία παραδέρνοντας εδώ κι εκεί, σαν χρυσόμυγα κλεισμένη μέσα στους τέσσερες τοίχους, και δεν βρίσκουν παρά την βραχεία ηδονή που την ακολουθεί ο μακρός πόνος.
Οι ευλογίες των είναι χειρότερες από κατάρες· είναι οι ευχαριστίες εκείνων που επέτυχαν με κάθε μέσον. Κανενός θυμιάματος ο καπνός δεν ανεβαίνει ολόρθος.
Πατέρα Χάος, ως πότε θα εξακολουθήσει αυτή η κατάρα; Άπλωσε πάλι τον σκοτεινό σου μανδύα και πνίξε μέσα στις πτυχές του τον κακό σπόρο που έσπειρες, ή στέρξε να ξαναγεννηθεί η γενεά των Γιγάντων που θα φθάσει επί τέλους τον Ουρανό.
………………………………………………………………..
Σήμερα το πρωί ξύπνησα με πολλή διάθεση. Επεξεργάσθηκα τα σχέδιά μου και είμ’ ευχαριστημένος, από την εργασία μου.
Κατόπιν όμως φέρθηκα κουτά.
Κατά τις ένδεκα πήρα την απόφαση να βγω. Μου έμενε ακόμη πολλή εργασία, εκεί, επί τόπου.
Με σταματά μια μελωδία ελαφρά και ταπεινή, γεμάτη άρωμα και νεανική χάρη. Πλησιάζω την τζαμένια πόρτα του σαλονιού αλλά δεν κατορθώνω να δω ποιος παίζει. Θυμήθηκα ότι το πιάνο ήταν τοποθετημένο δίπλα, κοντά στον τοίχο. Στέκομαι και ακροάζομαι. Μια γοητεία λουλουδιών που ξέρουν πώς θα μαραθούν.
Μόλις έσβησε ο τελευταίος ήχος ανοίγω την πόρτα. Η Βίργκω έκλεισε το πιάνο απότομα. Περίεργο, σκέφθηκα η «Βίργκω» αντί η «Δεσποινίς Βιργινία». Είναι από ευγνωμοσύνη για τα δάκτυλά της.
— Με συγχωρείτε που σας ενόχλησα, της λέγω
— Δεν μ’ ενοχλήσατε. Δεν σκόπευα να εξακολουθήσω.
Καθώς μένει καθισμένη βλέπω την σφαίρα των καστανών μαλλιών της με τις μετάλλινες αποχρώσεις.
— Επίσης με συγχωρείτε για κείνα που σας είπα χθες. Αλλά σεις αρχίσατε πρώτη να με κοροϊδεύετε.
— Ω δεν έχει σημασία.
Σηκώθηκε και μου έτεινε το χέρι. Έσφιξα τα δάκτυλά της, τα κόκκινα νεανικά της δάκτυλα.
— Πρέπει να ξέρετε όμως, εξηκολούθησε, ότι δεν το είπα με κακή πρόθεση. Είπα απλώς ότι εσκεπτόμουν.
Στο σαλόνι πλανάται μια γλυκιά ζεστασιά. Κάτι το σπιτικό, το επαρχιακό, που επιθυμεί κάποτε και η πιο ανήσυχη ψυχή.
— Πώς το λέγουν το κομμάτι που παίξατε;
— Είναι το Φάιλχεν του Μότσαρτ. Οι μενεξέδες.
— Δεν θέλετε να παίξετε κάτι ακόμη;
— Θα προτιμούσα να κάνω έναν περίπατο μ’ αυτή την ωραία λιακάδα. Αν δεν είσθε απησχολημένος...
Απησχολημένος; φυσικά μπορούσα να το αναβάλω.
Θα ήταν και όλη η παρέα; Μου εξηγεί ότι η Λήδα και η Καίτη είχαν βγει από νωρίς. Ο Κύριος Κοτσωνίτης κατέβηκε στην Άμφισσα ν’ αγοράσει ελιές και οι τρεις νέοι μένουν κλεισμένοι σ’ έν’ από τα δωμάτια και παίζουν πόκερ.
... Έξω, ο λαμπρός Κυριακάτικος ήλιος. Στην αντικρινή μάνδρα ένας κόκορας με στιλπνή και πολύχρωμη ουρά κυνηγά τις πουλάδες και τις τσιμπά με το ράμφος του.
— Τι κακός που είναι, λέγει η Βίργκω.
— Όχι δα, φλερτάρει μαζί τους. Άλλωστε έχει όλα τα δικαιώματα μέσα στο χαρέμι του.
Γύρισε και με κοίταξε με μορφασμό δυσαρεσκείας, σαν να με εμέμφετο προσωπικώς για κάθε σκαιότητα οποιουδήποτε άρρενος που υπήρχε στη φύση. Θέλησα να την κάνω να γελάσει.
— Να σας διηγηθώ ένα νόστιμο ανέκδοτο, της λέγω εύθυμα. Ένα ανδρόγυνο πήγε ν’ αγοράσει έναν κόκορα για το κοτέτσι του. Έδειξαν στην Κυρία έναν υπέροχον και της ζήτησαν μια τιμή εξωφρενική.— Γιατί τόσο ακριβά; ρωτά — Επειδή κάνει το χρέος του δέκα φορές την ημέρα, της απήντησε ο άνθρωπος που τον πουλούσε. — Πε το στον άνδρα μου. Πηγαίνει και το λέγει του ανδρός της. — Η Κυρία μου είτε να σας πω ότι αυτός ο κόκορας κάνει το χρέος του δέκα φορές την ημέρα. — Με την ίδια κότα; ρώτησ’ εκείνος. — Όχι βέβαια, με διάφορες κότες. — Πε το στη γυναίκα μου… Γιατί δεν γελάτε; δεν είναι πολύ αστείο;
Με κοίταξε κατάματα.
— Δεν κατάλαβα, μου απήντησε.
— Πώς δεν καταλάβατε! Της το εξηγώ σαφέστερα.
— Δεν κατάλαβα, μου λέγει πάλι.
— Μη μου λέτε ότι δεν καταλάβατε! Της το ξαναλέγω με κυριολεξίες που δεν θ’ άφηναν αμφιβολία ούτε σε παιδί.
— Δεν κατάλαβα επιμένει σοβαρή.
Έγινα κατακόκκινος.
— Με συγχωρείτε, της είπα, εγώ δεν κατάλαβα. Τώρα όμως καταλαβαίνω και σας ζητώ συγγνώμην. Τι θα σκεφθείτε για μένα;
Πόσο πρόστυχο αισθάνθηκα τον εαυτό μου! Είχα όρεξη να γυρίσω πίσω, να φύγω, να μη την ξαναδώ. Ή να κάνω κάτι το ταπεινωτικό, να γονατίσω κάτω, όχι τόσο να εξευτελισθώ σ’ αυτήν όσο στον ίδιο τον εαυτό μου.
Παρετήρησε την απελπισία μου και βρήκε τα λόγια που έπρεπε.
— Δεν φταίτε σεις. Είναι το περιβάλλον που με συναντήσατε.
Περπατούσε γρήγορα, με μεγάλα βήματα. Εβίαζα το βήμα δίπλα της κάπως λαχανιασμένος. Είχαμε βγει από το χωριό και περνούσαμε μπρος από το Μουσείον. Στάθηκα και την ρώτησα.
— Δεν θέλετε να μπούμε; Είναι πολύ ενδιαφέρον. Θα δείτε και τον... τον..
— Τον ομφαλόν της γης; Επεσκέφθηκα χθες το μουσείον.
Ξεκινούμε πάλι επάνω στον σκονισμένο δρόμο που πλευρίζει τον λόφο, γεμάτον ακρωτηριασμένους κίονας και όγκους μαρμάρου που λάμπουν εκτυφλωτικά. Βάζω τα σκούρα γυαλιά να προφυλάξω τα μάτια μου από την αντανάκλαση.
Ζητώ να πω κάτι, κάτι σχετικό με όσα βλέπαμε, ή έστω κάτι αδιάφορο, αλλά ο νους μου είχε παραλύσει. Γύριζε πάντα γύρω στο πρόστυχο φέρσιμό μου.
— Ξέρετε και πριν, στο ξενοδοχείο, ήθελα να σας ρωτήσω και δεν τολμούσα. Ήθελα να σας ρωτήσω ακριβώς πώς συμβαίνει να βρίσκεσθε με τέτοια συντροφιά. Είσθε τόσο διαφορετική...
— Τόσο διαφορετική! Πρώτον, πώς μπορείτε να καταλάβετε τόσο γρήγορα τι είμαι!
Πράγματι σκέφθηκα βιάστηκα. Πώς είναι δυνατόν να το καταλάβω τόσο γρήγορα;
— Ελάτε, πρέπει βλέπω να σας διηγηθώ τη μικρή μου ζωή. Από τότε που έχασα τον πατέρα μου μένομε σχεδόν διαρκώς στον Πόρο έκτος από ένα διάστημα που πήγαμε στο Βέλγιο, στους συγγενείς της μαμάς. Ερχόμαστε κάποτε στην Αθήνα και μένομε φυσικά στης θείας μου, στης μητέρας της Καίτης. Της μαμάς δεν της αρέσει η συντροφιά της Καίτης και δεν θέλει να πηγαίνω μαζί της. Αυτή τη φορά όμως ήταν μια ευκαιρία για μένα να επισκεφθώ τους Δελφούς. Η μαμά δεν ήθελε στην αρχή αλλά την παρακάλεσα τόσο πολύ που στο τέλος μου είπε πως έχει εμπιστοσύνη σε μένα.
Λοιπόν δεν είχα μπροστά μου παρά ένα παιδί.
Ένα παιδί αθώο που μούχλιαζε στη μοναξιά του μικροσκοπικού νησιού. Βλέπω ένα υγρό βροχερό απομεσήμερο του φθινοπώρου που το πλακώνει ο βαρύς συννεφιασμένος ουρανός. Πίσω από το τζάμι ενός παραθύρου ένα καστανό κεφαλάκι είναι σκυμμένο επάνω σ’ ένα χονδρό ύφασμα. Τι μελαγχολία!
— Να, έκανε η Βίργκω με σφιγμένα δόντια. Πατά με λύσσα ένα αθώο μεγάλο πράσινο έντομο που σπαρταρά κάτω οπό το πέλμα της.
— Είναι αγγουροφάγος, μου εξήγησε. Ας είναι, για χατίρι του, εγώ θα έτρωγα εν’ αγγούρι ολιγότερο.
— Δεν φαντάζεσθε τι ωραία περνούμε στον Πόρο, μου λέγει χαρούμενη. Είναι οι αξιωματικοί του Προγυμναστηρίου με τις οικογένειές των και μαζευόμαστε κάθε βράδυ σχεδόν, πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Είμαι βεβαία ότι στην Αθήνα δεν χορεύετε τόσο συχνά όσο εμείς στον Πόρο.
Ώστε διαφέρει το πράγμα. Είναι και οι αξιωματικοί του ναυτικού.
Οι μητέρες ξέρουν τι κάνουν. Μόνον οι μητέρες;
— Κάνομε κι ένα σωρό εκδρομές, πότε με βενζινάκατο και πότε με μοτοσικλέτες. Αφήστε δα πόσος κόσμος έρχεται το καλοκαίρι.
Άσκοπη και ασυνάρτητη φλυαρία μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επέβαλλε την σιωπή.
Φθάσαμε στα πόδια του κόκκινου όγκου των Φαιδριάδων. Από μία ρωγμή αναβλύζει η ιερά πηγή της Νύμφης Κασταλίας, ελεύθερη από τότε που ο Πύθιος Απόλλων σκότωσε την μιαρή Δράκαινα.
— Τι ζέστη που κάνει μ’ αυτό τον ήλιο!
— Πιέτε από την Κασταλία να δροσισθείτε, της λέγω απότομα, δυσαρεστημένος από τον περίπατό μου.
— Χθες είπατε πως είναι μολυσμένη.
— Ανοησίες. Το είπα χωρατά, ελάτε πιείτε.
— Όχι, επέμεινε και κινούσε το κεφάλι αρνητικά. Πιείτε σεις πρώτος.
Δεν μπόρεσα παρά να γελάσω μ’ αυτή την βάρβαρη καχυποψία. Έσκυψα να πιω και κατόπιν γέμισα τις χούφτες μου και της προσέφερα. Εβύθισε τα χείλη της και ήπιε λαίμαργα. Ο λαιμός της πίσω, εκεί που αρχίζουν τα μαλλιά έχει μια σειρά μικρά μαργαριτάρια από διαφανείς ολόδροσες σταγόνες ιδρώτος. Είμαι ακόμη διψασμένος σαν Τάνταλος.
Γύρω ο ορίζων είναι αποκλεισμένος από τ’ απότομα γυμνά βουνά και μόνον εμπρός, κάτω, εκτείνεται η στενή πεδιάς κατάφυτη από ελαιώνας, με ελιγμούς, σαν ασημένιο ποτάμι που φθάνει μακριά ως την απέναντι οροσειρά. Σαν ποτάμι ξεχειλισμένο.
Καθίσαμε κατά γης επάνω στην κλιτύν, από την άλλη πλευρά του δρόμου, με την πλάτη γυρισμένη στας Φαιδριάδας.
Δεξιά ο λόφος, σκεπασμένος με τα μαρμάρινα ερείπια, ρίχνει μια διάτορη κραυγή μέσα στο εντατικό φως·
— Νενίκηκάς με Ναζωραίε!
Ο ξανθός Φοίβος έρημος πλανάται μέσα στα συντρίμματα, προσπαθώντας να πιαστεί σ’ αυτά και να τα χαϊδέψει όσο μπορούσε περισσότερο καιρό.
....Χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά,
ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφνην,
ου παγάν λαλέουσαν...
Η δαίδαλος αυλά και η καλύβη κείτονται χάμω από το χέρι των ανθρώπων που επίστεψαν πως οι θεοί δεν κατοικούν μέσα σε ναούς χειροποίητους. Τώρα σκαλίζουν την γη και ψάχνουν και συναρμολογούν κάθε παλιό κομμάτι μάρμαρο ζητώντας να εμπνευσθούν στο κτίσιμο των ναών των νέων θεών των.
Και η λαλέουσα παγά; Κελαρύζει εκεί δίπλα σαν παρηγοριά και σαν υπόσχεσις.
— Πρέπει να δείτε και το δικό μας δάσος, το λεμονοδάσος, απέναντι στον Πόρο. Είναι ένα μεγάλο δάσος από λεμονιές και πορτοκαλιές που σκεπάζει ολόκληρο το βουναλάκι. Καταπράσινο, όχι γκρίζο όπως αυτά τα ελιόδενδρα. Τα φύλλα των είναι αδρά σαν σάρκα. Την άνοιξη μοσχοβολά όλος ο τόπος. Και όταν δέσουν οι καρποί και κρέμονται ολόχρυσοι και βαρείς, έχει κανείς ζωντανή την εντύπωση της μητρότητος. Πρέπει να έλθετε χωρίς άλλο στο νησί μας. Δεν μπορώ να υποφέρω αυτές τις σκληρές γραμμές εδώ γύρω. Εκεί όλα είναι λεπτά και τα χρώματα μαγεύουν. Είναι το νησί της χαράς. Ελάτε τώρα την άνοιξη.
Μου ήλθε να γελάσω με τον ενθουσιασμό της. Το νησί της χαράς!
Και ο καημένος ο αγγουροφάγος; Πόσους να έχει σκοτώσει στο νησί της χαράς;
— Θα έλθω ευχαρίστως.
Εμείναμε σιωπηλοί μέσα στην φωτεινή γαλήνη των βουνών. Πολύχρωμα ζωύφια ανεβοκατεβαίνουν διστακτικά τις πέτρες και κρύβονται στην μυστηριώδη λόχμη της χλόης. Ένας γυπαετός διέσχισε το γαλανό διάστημα μ’ ένα κόασμα διαπεραστικό και χάθηκε πίσω από τους βράχους.
Σηκώθηκα εκνευρισμένος.
— Ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω. Αυτό το περιβάλλον δεν σας εμπνέει; Δεν είπατε ούτε λέξη! Σκεφθήκατε ποτέ όλην αυτή την περασμένη δόξα; Το κατάλευκο τέμενος ανάμεσα στους θησαυρούς των πόλεων και τις χιλιάδες τα αγάλματα; Όλος ο παλαιός κόσμος είχε το βλέμμα του εστραμμένο εδώ και περίμενε να μιλήσει ο Θεός. Ήταν το παγκόσμιον ιερόν.
Η Βίργκω τινάχθηκε ορθία.
—Το παγκόσμιον ιερόν; επανέλαβε με αγανάκτηση. Αυτός δεν είναι τόπος προσευχής. Είναι τόπος φρίκης που η γαλήνη τον έχει εγκαταλείψει για πάντα. Ακόμα και τα αγάλματα που σώζονται έχουν μια φρικτή και υποβλητική ακινησία. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ, μ’ όλο τον περίπατο που έκανα. (Χμ, καλά το είχα καταλάβει). Με παρακολουθούσαν παντού προσηλωμένα επάνω μου τα μάτια του Ηνιόχου. Γι’ αυτό δεν θέλησα να ξαναπάγω στο Μουσείον. Δεν με κοίταζε με τις κόρες των ματιών του αλλά με το ασπράδι που φωσφόριζε μέσα στο σκοτάδι και άφην’ ένα κενόν στη μέση. Είδατε τα λεπτά του πόδια; Νομίζει κανείς ότι πάλλουν από ζωή σαν να ήταν η καρδιά του κλεισμένη εκεί μέσα.
Τα πράσινα μάτια είναι γεμάτα σκιά μέσα σ’ έναν μελανό κύκλο. Το στήθος της εξογκούται
— Είναι η άνοιξις και ο περίπατος στο σεληνόφως της λέγω αργά. Δεν φταίει ο Ηνίοχος.
Της πιάνω το χέρι και της μιλώ με ήσυχη φωνή.
Αφήστε να σας οδηγήσω εγώ. Ξεχάσετε τον εαυτό σας και φαντασθείτε μιαν αρχαία πομπή να προχωρεί ρυθμικά στους ήχους του αυλού και της κιθάρας, με τας κινήσεις που είναι αποτυπωμένες επάνω στα αρχαία αγγεία. Αναπαραστήσετε την διδασκαλία μιας τραγωδίας σ’ αυτό το θέατρο εδώ και ν’ αντηχούν επάνω στις Φαιδριάδες οι στίχοι του Αισχύλου και του Σοφοκλέους. Δεν ονειροπολείτε να ξαναζωντανέψουν όλ’ αυτά σε μια ζωή που να συνδυάζει την τελεία αρμονία σε κάθε εμφάνισή της; Η τριάς του ρυθμού: οι στίχοι, αι κινήσεις, η μουσική.
Με εξετάζει από την κορυφή ως τα νύχια.
— Δεν μπορώ να σας φαντασθώ μέσα σ’ αυτόν τον ρυθμόν με τα χονδρά σας γυαλιά και το μαλακό καπέλο.
Δεν πειράχθηκα βέβαια με τις ανοησίες της.
— Δεν πρόκειται για μένα, της απαντώ. Ούτε για μένα ούτε για σας. Πρόκειται για την αναβίωση των αρχαίων τελετών...
Με διέκοψε.
— Εφ’ όσον δεν αναζεί και όλη η αρχαία ζωή, να την ζήσομε εμείς όλοι όπως όζουμε τώρα την καθημερινή μας ζωή, θα είναι απλώς μία σκηνοθεσία.
— Αλλά επί τέλους δεν έχετε ιδανικά;
Εκίνησε το κεφάλι σκεπτική. Τα μάτια της είναι βυθισμένα μακριά, πέραν από τον ορίζοντα.
— Τα ιδανικά μου; ένα κατάλευκο σπιτάκι μέσα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι.
Η φωνή της είναι συρτή και ρεμβώδης.
Περίεργο! Το ίδιο όνειρο πλάθει και η Γκάμπυ όταν την πιάσει ο λυρισμός. Δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά βάθος όλες οι γυναίκες, δηλαδή όλες οι ωραίες γυναίκες, σκέπτονται κατά τον ίδιο τρόπο.
— Έε! Βίργκω!
Από τον δρόμο της Αράχοβας κατεβαίνουν η Λήδα και η Καίτη αγκαλιασμένες από τη μέση.
— Αποφασίσαμε να φύγομε αμέσως μετά το φαγητό, είπε η Λήδα. Κύριε Αποστόλου ελπίζω να σας δω καμιά μέρα στο σπίτι.
