Skip navigation.
Home

Ο χειμωνιάτικος Μάης των ελλήνων φοιτητών

Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά η ιστορία δείχνει ότι το πιο κρίσιμο στάδιο για την έκβαση μιας δικτατορίας είναι αυτό της «δημοκρατικοποίησής» της. Η περίοδος δηλαδή στην οποία οι δικτάτορες επιχειρούν να βγάλουν τη στρατιωτική στολή που τους έφερε στην εξουσία και να φορέσουν το κοστούμι του πολιτικού, όχι βεβαίως για να φέρουν τη δημοκρατία, αλλά για να επισημοποιήσουν τη δικτατορία.Τη σούπα της «δημοκρατικοποίησης» της ελληνικής χούντας των συνταγματαρχών χάλασε η εξέγερση των φοιτητών, η οποία ανάγκασε τους χουντικούς να δείξουν, χωρίς κανένα φτιασίδωμα, το αληθινό τους πρόσωπο, απελευθέρωσε όλη τη συσσωρευμένη αντιπάθεια του λαού προς το στρατιωτικό καθεστώς και έβγαλε στην επιφάνεια όλες τις εσωτερικές έριδες και κόντρες των συνταγματαρχών.

Το «πολιτικό άνοιγμα» της χούντας, με τον διορισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, παρά την αποδοκιμασία του από όλες τις ηγεσίες των παλιών πολιτικών σχηματισμών, φαινόταν να έριχνε «γέφυρες» προς τον αστικό πολιτικό κόσμο, με αποτέλεσμα άλλοι να στριμώχνονται να τις... πιάσουν, κάποιοι να ζητούν «κάτι ακόμη» για πειστούν, ενώ άλλοι ήταν αντίθετοι. Αυτά σε επίπεδο πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας.

Σε επίπεδο φοιτητικού κινήματος τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά: Κανένας συμβιβασμός με τους δικτάτορες. Από τις πρώτες ημέρες του 1973 το φοιτητικό κίνημα γινόταν όλο και περισσότερο μαζικό και μαχητικό. Oι μάχες για ελεύθερες εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους και την κατάργηση του Νόμου 4000 για τεντιμποϊσμό, τα γεγονότα της Νομικής, η εισβολή της αστυνομίας στους χώρους του Πολυτεχνείου για να διαλύσει φοιτητική συγκέντρωση ήταν μόνο μερικά από τα μέτωπα του φοιτητικού κινήματος κατά της δικτατορίας, που όλα μαζί συνέθεταν το ουσιαστικό πολιτικό αίτημα: «Κάτω η χούντα».

Είτε λόγω της έντονης φοιτητικής αντίδρασης είτε λόγω του δημοκρατικού προφίλ που ήθελε να δείξει η χούντα, το φοιτητικό κίνημα πετύχαινε τους περισσότερους «περιφερειακούς» στόχους του, με τελευταίο την αθώωση, στις 13 Νοεμβρίου, των συλληφθέντων στα επεισόδια που είχαν γίνει στο μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου. Αυτή θα είναι η τελευταία νίκη των φοιτητών μέχρι την πτώση των συνταγματαρχών.

Από την επόμενη μέρα οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Το κτίριο του Πολυτεχνείου καταλαμβάνεται: αυθόρμητα στην αρχή και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, όταν στις 14 Νοεμβρίου φτάνει σε αυτό πορεία ύστερα από φήμες ότι στον χώρο γίνονται συγκρούσεις με την αστυνομία. Το βάρος της κατάληψης «σηκώνουν» οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, με τις φοιτητικές νεολαίες που ήταν προσκείμενες σε κόμματα να είναι από επιφυλακτικές έως αρνητικές, μην μπορώντας να ξεχάσουν τι επακολούθησε την κατάληψη της Νομικής. Οι τελευταίες μάλιστα προσπαθούν να εκτονώσουν την κατάληψη επικαλούμενες άλλοτε τον φόβο της προβοκάτσιας και άλλοτε το πολιτικά ανεξέλεγκτο της κατάστασης.

Αυλαία στο θέατρο
Τα γεγονότα όμως προσπέρασαν και αυτούς που στήριξαν την κατάληψη και αυτούς που προσπάθησαν να την «απονευρώσουν» πολιτικά και αυτούς που προσπάθησαν να την αντιμετωπίσουν αστυνομικά. Η χούντα δεν ξέρει τι να κάνει. Όταν εμφανίζεται μετριοπαθής απομακρύνοντας από τους κοντινούς δρόμους την αστυνομία, όλο και περισσότεροι μπαίνουν στον χώρο του Πολυτεχνείου γιγαντώνοντας την εξέγερση. Όταν παίζει τον συνηθισμένο της ρόλο χτυπώντας και συλλαμβάνοντας, συσπειρώνει περισσότερο τους ήδη συγκεντρωμένους.

Ήδη από τις 15 Νοεμβρίου η κατάληψη δεν είναι μόνο ένας ελεύθερος χώρος διακίνησης κάθε λογής ιδεών, αλλά, μέσω του ραδιοφωνικού πομπού που εκπέμπει πλέον από το ίδρυμα, γίνεται ένας πολιτικός πόλος συσπείρωσης όλου του αντιχουντικού μένους. Οι χιλιάδες που κατεβαίνουν πλέον στους αθηναϊκούς δρόμους για συμπαράσταση ξεσπούν, οι πολλοί που μένουν σπίτι περιμένουν - αλλά ξέρουν πλέον ότι το καθεστώς δεν είναι δεδομένο - και αυτοί που κυβερνούν φοβούνται, πρώτη φορά ύστερα από έξι χρόνια.

Για να ολοκληρωθεί ο ετεροχρονισμένος χειμωνιάτικος ελληνικός Μάης δεν αρκούν τα συνθήματα, χρειάζονται μαζικές συγκεντρώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία. Αυτές έρχονται την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου και αυτή τη φορά η αντίσταση δεν γίνεται από τον ασφαλή - ακόμη - χώρο του Πολυτεχνείου, αλλά μέσα στους δρόμους της πόλης. Χιλιάδες είναι οι συγκεντρωμένοι που συγκρούονται με την αστυνομία σε όλη την Αθήνα, ενώ πολλοί διαδηλωτές προσπαθούν με πέτρες και καδρόνια να καταλάβουν το υπουργείο Δημόσιας Τάξης και τη νομαρχία.

Η χούντα παίζει το κεφάλι της και αφήνει το δημοκρατικό θέατρο αποφασίζοντας να καταστείλει με κάθε τρόπο την παλλαϊκή - πλέον - εξέγερση. Η Αθήνα αστυνομοκρατείται, διάσπαρτοι πυροβολισμοί ακούγονται από παντού, μηχανοκίνητα άρματα μάχης με λοκατζήδες βγαίνουν από τα στρατόπεδα και κατευθύνονται στο κέντρο της πόλης, ελεύθεροι σκοπευτές και οι πρώτοι νεκροί. Η χούντα έχει χάσει τον έλεγχο.

Το τέλος της αυταπάτης
Στον χώρο του Πολυτεχνείου οι γενικές συνελεύσεις απορρίπτουν τις συμβιβαστικές προτάσεις των ΚΚΕ και ΚΚΕ εσ., που μιλάνε για αποχώρηση και έκδοση διακήρυξης που θα προβλέπει τη συγκρότηση Εθνικής Ενότητας. Εξ άλλου πλέον έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ πιο πρακτικά προβλήματα. Στον χώρο του ιδρύματος μεταφέρονται πολλοί τραυματίες από τα επεισόδια στην πόλη, οι συγκεντρωμένοι ζητούν πλέον από τον ραδιοφωνικό τους σταθμό φάρμακα, γιατρούς και ασθενοφόρα, ενώ τα δεκάδες δακρυγόνα που πέφτουν στον χώρο κάνουν την κατάσταση αποπνικτική.

Πλέον οι έγκλειστοι του Πολυτεχνείου βρίσκουν απέναντί τους το πραγματικό πρόσωπο της χούντας και κάνουν διαπραγματεύσεις για να αποχωρήσουν. Είναι όμως αργά και για τους φοιτητές και για τη χούντα να κάνουν πίσω. Το τανκ ρίχνει την πύλη και μαζί όλες τις αυταπάτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό αυτών που πίστευαν στον δημοκρατικό μετασχηματισμό της δικτατορίας.

Ο απολογισμός αυτής της αιματηρής νύχτας ήταν τραγικός: 23 εξακριβωμένοι νεκροί, 16 ανεξακρίβωτοι, δεκάδες τραυματισμένοι και συλληφθέντες, καθώς και μια καινούργια χούντα με επικεφαλής τον Δ. Ιωαννίδη. Για τη χούντα όμως είχε αρχίσει αντίστροφη πορεία προς το τέλος. Για το νόημα της εξέγερσης αρκούν δύο λόγια του μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου: «Αίμα σε κάθε γεφυριού τα θεμέλια».

Το φιλμ του Πολυτεχνείου
Οπως ήταν δεδομένο - και νομοτελειακά αναμενόμενο - η χούντα δεν είχε καμία πρόθεση να καλύψει τηλεοπτικά το γεγονός της εξέγερσης. Το αντίθετο μάλιστα. Με την εισβολή των ΚΥΠασφαλιτοαστυνομικών στους χώρους του εκκενωμένου Πολυτεχνείου φρόντισε να καταστρέψει εγκαίρως ό,τι είχαν διαφυλάξει οι καταληψίες, ώστε προβοκατόρικα οι κρατικές κάμερες της εποχής να δείξουν στον λαό τους «ασύδοτους αναρχικούς που διέλυσαν το ίδρυμα χωρίς να σκέφτονται τα χρήματα των φορολογουμένων».

Και στο τέλος το κερασάκι στην προβοκατόρικη τούρτα θα το έβαζε ο Νίκος Μαστοράκης με την περίφημη εκπομπή του, στην οποία θα παρέδιδε τους φυλακισμένους φοιτητές από τα νύχια της Ασφάλειας στα νύχια της ριάλιτι τηλεόρασης που από τότε ο ίδιος ονειρευόταν.

Το κενό της κινηματογραφικής καταγραφής των γεγονότων κάλυψαν κάποια ξένα τηλεοπτικά δίκτυα, με σημαντικότερο αυτό της ολλανδικής τηλεόρασης, χάρις στην οποία έχουμε άλλωστε και το φρικιαστικό ντοκουμέντο της πτώσης της πύλης του Πολυτεχνείου από το τανκ της χούντας.
Όμως, παράλληλα με τις ξένες κάμερες, υπήρξαν και κάποιοι ηρωικοί έλληνες κινηματογραφιστές, που εκείνες τις άγριες ημέρες είχαν την τόλμη και το θράσος, με μια παρωχημένη σήμερα χειροκίνητη κουρδιστή μηχανή λήψης «Μπόλεξ» δεκαέξι χιλιοστών, να τραβήξουν με κίνδυνο της ζωή τους κάποια ντοκουμέντα που από τότε έχουν γίνει «κτήμα» όλων των δημόσιων και ιδιωτικών καναλιών, χωρίς οι ίδιοι να έχουν πάρει ποτέ μια δραχμή για αυτά...

Την ιστορία αυτών των τολμηρών πλάνων που κάθε χρόνο βλέπουμε στις τηλεοράσεις από τον καναπέ μας ξετύλιξε πέρσι ο σκηνοθέτης Κώστας Ζηρίνης με κείμενό του στην «Ελευθεροτυπία», στο οποίο αποκάλυψε το συνωμοτικό παρασκήνιο αυτών των σκηνών και τη λαθροχειρία που έμελλε να υποστούν τα πλάνα αυτά από τη μεταπολίτευση και από την ελεύθερη αγορά.

Στη διάρκεια της δικτατορίας είχε σχηματιστεί μια - παράνομη φυσικά - μαρξιστική - λενινιστική αντιστασιακή οργάνωση με τον τίτλο «Λαϊκή Εξουσία», η οποία είχε την πρωτοποριακή έμπνευση να συγκροτήσει μια κινηματογραφική ομάδα (ΚΙΝΟ) με στόχο την καταγραφή των πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της εποχής που απέκρυπτε η δικτατορία. Έτσι, χάρις στην ΚΙΝΟ, έχουμε συγκλονιστικές εικόνες από το πάνδημο μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου, τις λαϊκές κινητοποιήσεις των κατοίκων του Σκαραμαγκά, τα γεγονότα της Νομικής και πολλά άλλα γεγονότα της εποχής.

Οπως ήταν αναμενόμενο, ο τολμηρός κινηματογραφικός φακός της ΚΙΝΟ δεν θα μπορούσε να λείπει από τις κινητοποιήσεις της εβδομάδας του Πολυτεχνείου. Τα μέλη του κινηματογραφικοπολιτικού συνεργείου είχαν χωριστεί σε ομάδες και κατέγραφαν τα γεγονότα έξω από το ίδρυμα, αλλά και τα ντοκουμέντα της ίδιας της κατάληψης, χωρίς να μπορέσουν να αποφύγουν τους κινδύνους, μια και ένας από αυτούς είχε τραυματιστεί σοβαρά στο κεφάλι.

«Ιταμότητα και φιλαργυρία»
Αλλά και την επόμενη ημέρα της εκκένωσης του ιδρύματος η κρυφή κάμερα (πού να ήξεραν τι σημασία θα είχε αυτή η λέξη σήμερα και με ποια εκφυλιστικά φαινόμενα θα συνδεόταν ως προς την ενημέρωση) της ΚΙΝΟ κατέγραφε μέσα από ένα ταξί την γκρεμισμένη πύλη του Πολυτεχνείου. Στη συνέχεια αυτό ανταλλάσσεται και εμπλουτίζεται με το πλάνο της εισόδου του τανκ από την ολλανδική τηλεόραση και αυτά τα πλάνα στέλνονται μονταρισμένα στο εξωτερικό, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως ντοκουμέντα κατά της χούντας.

Μετά τη μεταπολίτευση στην ΚΙΝΟ μένει μόνος ο Κώστας Ζηρίνης, ο οποίος βλέπει το συγκλονιστικό αυτό υλικό να γίνεται αντικείμενο κομματικής, προσωπικής και οικονομικής εκμετάλλευσης, ενώ ο ίδιος βρίσκεται στα τέλη της δεκαετίας του ?70 στη φυλακή σαν αρχηγός τρομοκρατικής οργάνωσης, κατηγορία από την οποία βεβαίως απαλλάσσεται. Και κλείνουμε αυτή τη λιγότερο φωτισμένη παράμετρο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου με το πικρό τέλος της επιστολής που είχε στείλει ο Κώστας Ζηρίνης στην «Ελευθεροτυπία»:

«Ιταμότητα μαζί με τη φιλαργυρία δεν έχουν όρια. Όντας εγώ στη φυλακή δεν έλειψαν εκείνοι, οι πρώην, που άδραξαν την ευκαιρία για να κερδοσκοπήσουν με τα ρετάλια του φιλμικού υλικού, ιδιοποιούμενοι μάλιστα και την επ' αυτού πνευματική ιδιοκτησία. (...) Είκοσι τόσα χρόνια το κλεψίτυπο αυτό υλικό έγινε χαλί για κάθε κερδοσκοπική ή μη εκπομπή. Της κρατικής και της ιδιωτικής τηλεόρασης. Μέχρι και σε διαφημιστικά σποτ έχω δει τα πλάνα της ΚΙΝΟ. Να με ματώνουν. Κάθε χρόνο. Και χωρίς ποτέ, μα ποτέ, να αναφερθεί ποιος τα τράβηξε. Αφού αυτός ο κάποιος δεν είναι συντεταγμένος με τον κυρίαρχο πολιτικό πολιτισμό. Νομίζω πως αυτό λέγεται σύληση».

πηγή Ποντίκι