Skip navigation.
Home

Το παραμύθι του Μάνου

Μία φορά και έναν καιρό ήταν τρία δέντρα που ζούσαν ψηλά, στην κορυφή ενός βουνού.
Αυτά τα δέντρα είχαν όνειρα. Το πρώτο δέντρο είχε το όνειρο να γίνει ένα κουτί θησαυρού. ‘Ήθελε μέσα του να έχει διαμάντια και γύρω του να έχει πολλούς άλλους θησαυρούς. Το δεύτερο δέντρο παρατήρησε το ποτάμι που έτρεχε στον ωκεανό. Και έτσι είχε το όνειρο να γίνει ένα από τα πιο δυνατά και γερά καράβια για να ταξιδεύει στον ωκεανό. Το τρίτο δέντρο παρατήρησε και αυτό μία οικοδομή που φτιαχνόταν και ήταν τόσο ψηλή, που είχε το όνειρο να μείνει εκεί και να γίνει το πιο ψηλό και γερό δέντρο που υπάρχει στη γη. Ήθελε να το θαυμάζουν όλοι από τα γύρω σπίτια. Μία μέρα ήρθαν τρεις ξυλοκόποι. Ο πρώτος ξυλοκόπος με το τσεκούρι του έκοψε το πρώτο δέντρο, ο δεύτερος το δεύτερο και ο τρίτος το τρίτο δέντρο. Μετά, ο πρώτος ξυλοκόπος πήγε το πρώτο δέντρο σε ένα μαγαζί που πωλούσαν ξύλα. Με τα ξύλα από αυτό το δέντρο αυτός που είχε το μαγαζί έφτιαξε ένα παχνί και το έβαλε στο στάβλο για να τρώνε τα ζώα του από ‘κει.
Μια νεαρή κοπέλα, η Μαρία βρέθηκε σε αυτό τον στάβλο και γέννησε το Χριστό. Τον έβαλαν σε αυτό το παχνί και το πρώτο δέντρο συνειδητοποίησε πως ήταν ένα κουτί θησαυρού και μέσα του είχε τον πιο πολύτιμο θησαυρό.
Ο δεύτερος ξυλοκόπος πήγε το δεύτερο δέντρο σε έναν που έφτιαχνε σκάφη. Και έτσι το έφτιαξε ένα ψαροκάικο.
Σε αυτό το ψαροκάικο ήταν και ο Χριστός με τους μαθητές Του, που βρέθηκαν σε μία μεγάλη φουρτούνα. Επειδή, το ψαροκάικο δεν ήταν και πολύ γερό και δεν θα άντεχε, ο Χριστός πήγε στην πλώρη του και σηκώνοντας το χέρι Του γαλήνεψε η θάλασσα.
Ο τρίτος ξυλοκόπος έκοψε το τρίτο δέντρο σε λωρίδες και τις φύλαξε στην αποθήκη του.
Ξαφνικά μπήκε κάποιος στην αποθήκη και πήρε δύο λωρίδες ξύλου από το τρίτο δέντρο. Τις ένωσε και έφτιαξε έναν μεγάλο σταυρό, τον οποίο σήκωσε ο Χριστός στην πλάτη του και μετά τον σταύρωσαν πάνω σε αυτόν.
Έτσι και τα τρία δέντρα εκπλήρωσαν τα όνειρά τους και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Μάνος Γκίκας